Τρίτη, 11 Αυγούστου 2015

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΜΟΥΝΑΚΙΑ





Ακόμα θυμάμαι την μέρα που ο πατέρας μου έφερε στο σπίτι το δισκάκι  που από την μια μεριά είχε τους Μοιραίους και από την άλλη την Μπαλάντα του Αντρίκου και τα δύο σε στίχους του Βάρναλη και  μουσική του Θεοδωράκη.


Οι Μοιραίοι ήταν ένα ποίημα που το ήξερα απ΄ έξω  γιατί με είχε  ενθουσιάσει όταν το πρωτοδιάβασα.
Η μπαλάντα του Αντρίκου ήταν ένα χαρούμενο στον ρυθμό τραγούδι που μέχρι πρότινος  νόμιζα πως οι στίχοι του είναι αυτοί που ακούγονται στο τραγούδι.
 Πρόσφατα όμως το διάβασα όλο και με έκπληξη διαπίστωσα πως το "χαρούμενο" αυτό τραγούδι στο δεύτερο μισό του μιλάει για αρρώστια και θάνατο συνθέτοντας έτσι μια μοναδική στην αντίθεση της μπαλάντα.
Στην αρχή είναι ένας ύμνος στις χάρες της ζωής και τα νιάτα  ενώ  μετά αναφέρεται στην αρρώστια από φυματίωση, που όταν γράφτηκε το τραγούδι ήταν αρκετές φορές θανατηφόρα.
Ήδη και στους Μοιραίους γίνεται αναφορά στην φυματίωση, κοινωνική μάστιγα της εποχής, στον στίχο:

τ’ άλλου κοντόημερ’ η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό∙

Ο Θεοδωράκης με την μουσική του ήθελε προφανώς  να διατηρήσει τον ανάλαφρο τόνο που έχουν οι πρώτες 3 στροφές, προσθέτοντας στο τέλος υπαινικτικά μόνο την 6η. Απόφυγε επίσης να χρησιμοποιήσει την 4η  και την 5η με τον σαφή σεξουαλικό υπαινιγμό για το "ματάκι"  του καμπούρη Αντρέα στα νεαρά και γυμνά κορίτσια.

Είχε την τέντα ξομπλιαστή
η βάρκα του καμπούρη Αντρέα.
Γυρμένος πλάι στην κουπαστή
ονείρατα έβλεπεν ωραία.

Η Κατερίνα κι η Ζωή,
τ’ Αντιγονάκι κι η Ζηνοβία.
Ω, τι χαρούμενη ζωή!
Χτυπάς, φτωχή καρδιά, με βία.

Τα μεσημέρια τα ζεστά
τη βάρκα παίρνανε τ’ Αντρέα
για να τις πάει στ’ ανοιχτά
όλες μαζί, τρελή παρέα.

Άξαφνα πέφταν στο νερό
Η καθεμιά γδυτή γοργόνα
Κιόλο γινόταν πιο μικρό
Τ΄Αντρέα το μάτι ίσα βελόνα

Είναι μεγάλος ο Θεός!
Τ΄αχείλι το πικρό του λέει.
Πόσο μεγάλος κι αγαθός
Και πλούσια τα χρυσά του ελέη!

Μα ρθε  ο χειμώνας ο κακός
και σκόρπισε η τρελή παρέα
Και σένα βήχας μυστικός
σ’ έριξε χάμω, μπάρμπα Αντρέα.

Κι αν φτύνεις αίμα στο γιαλό
Περνάει μπροστά σου η Ζηνοβία
(ένα τραγούδι σιγαλό
στον καφενέ παίζ΄η ρομβία):

πως τα περνάς, σ΄αναρωτά,
τα τόσα βάσανα της ζήσης;
Πάρε τα λίγ΄αυτά λεφτά
Να γιάνεις και να ξαναζήσεις.

Κ΄η βάρκα μάνα γελαστή,
Από την μια στην άλλη μπάντα
σ΄αργοκουνάει στην κουπαστή
-Καλό ταξίδι σου για πάντα!

Πόσο μεγάλος ο Θεός
Πατήρ και Πνεύμα και Υιός!


Το ενδιαφέρον με αυτό το τραγούδι είναι ότι τα πρόσωπα του τραγουδιού ήσαν  υπαρκτά. Όπως αναφέρει σε άρθρο του ο Τάκης Παπαλεονάρδος γραμμένο το 1994:

Ο Βάρναλης είχε παλιά σχέση με την Αίγινα. Τη δεκαετία του 1920 έμεινε κάμποσο καιρό εκεί. Εκεί έγραψε το πρωτοποριακό του έργο «Το φως που καίει». Εκεί εμπνεύστηκε και έγραψε πολλά ποιήματα, όπως τη Μπαλάντα του Αντρίκου. Η Κατερίνα, η Ζωή, τ’ Αντιγονάκι κι η Ζηνοβία, όλοι αυτοί ήταν υπαρκτά πρόσωπα, τη Ζηνοβία την πρόλαβα κι εγώ, πέθανε πριν 6-7 χρόνια [= περί το 1987].

Σε ένα άλλο ιστότοπο για το Αιγινήτικο Αρχοντικό αναφέρεται ότι:

Στην Αίγινα γράφτηκε και το “Φως που καίει”, και μάλιστα το ποίημα “Η μπαλάντα του Αντρίκου” γράφτηκε από ευγνωμοσύνη προς την κυρία Μπήτρου, και αναφέρει και την κόρη της τη Ζηνοβία (“το Αντιγονάκι, η Ζηνοβία….”). Η οποία με τη σειρά της σπούδασε στο Παρίσι και υπήρξε από τις πρώτες φεμινίστριες της Ευρώπης: οδηγούσε αυτοκίνητο, πήγαινε σε αντρικά καφενεία, ενώ της είχαν βγάλει και το παρατσούκλι Ζηνοβία του Deve.

 Η Ζηνοβία Μπήτρου, που τη μνημονεύει ο Βάρναλης στη “Μπαλάντα του Αντρέα

Στα σχετικά της διαμονής του Βάρναλη στην Αίγινα την δεκαετία του 20, που έχει γράψει  ο καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Οχάιο,  Τάκης Παπαλεονάρδος, παραθέτει και ένα απολαυστικό ποίημα του, που το είχε χαρίσει στον φίλο του Νίκο Ζωγράφο, Τα μουνάκια!
Το ποίημα το έγραψε ο Βάρναλης το καλοκαίρι του 1974, σε ένα καφενείο στην Αίγινα, μετά από παρότρυνση της παρέας του και είναι από ότι φαίνεται το προτελευταίο που έχει γράψει, γιατί ο ποιητής πέθανε το Δεκέμβρη του 1974.
Η ποίηση του Βάρναλη έχει συνήθως μια χαρακτηριστική και σχεδόν βάρβαρη αμεσότητα στις περιγραφές που κάνει, πχ

  Είχα γυναίκα και ζα ,
είχα μια Βάσω με βυζά
...

Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες
σκεμπέδες σταβροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες
ξετσίπωτοι ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι
ντυμένοι στα μαλάματα κι επίσημοι κι ωραίοι.

Είναι πολύ ενδιαφέρον λοιπόν το γεγονός ότι εδώ ο Βάρναλης, σε αντίθεση με τους παραπάνω χαρακτηριστικούς της ποίησης του στίχους, χρησιμοποιεί ιδιαίτερα κομψές και χαριτωμένες παρομοιώσεις όπως πχ
 Σαν του νεοφούρνιστου ψωμιού τη θραψερή ζεστοβολιά
 Σαν γαρούφαλλων ανεμόσειστα φυλλάκια
 Σαν στοματάκια διψασμένα
Όταν το έγραψε ήταν πλέον 90 ετών και παρ΄όλα αυτά, αν δεν το ξέρεις θα έλεγες πως το έχει γράψει ένας άνδρας στην ακμή της σεξουαλικής του δραστηριότητας  για να εκθειάσει  αυτό που του έχει χαρίσει αξέχαστες στιγμές  απόλαυσης.
Ίσως θυμόταν εικόνες από το παρελθόν, όπως αυτές που περιγράφει στην Μπαλάντα του Αντρίκου  για το μάτι του καμπούρη Αντρέα, όταν αυτός έβλεπε τις γδυτές γοργόνες:

Κιόλο γινόταν πιο μικρό
Τ΄Αντρέα το μάτι ίσα βελόνα




ΤΑ ΜΟΥΝΑΚΙΑ 
Μουνάκια φλογισμένα σαν τα ρόδα
Σαν του νεοφούρνιστου ψωμιού τη θραψερή ζεστοβολιά
Μες τα τρεμόπαχα μεριά σας
που ονειρεύεστε νυχτιές οργιακές
Παρθενικά μουνάκια!
αργοσαλεύουν τα χειλάκια
τα χνουδωτά!
Σαν γαρούφαλλων ανεμόσειστα φυλλάκια
Σαν στοματάκια διψασμένα
από ποια δίψα;
Και κάπου κάπου αργοκυλά
στων διακαμένων σας χειλιών την άκρη
της βαρβατίλας καβλομύριστο ένα δάκρυ!



Ο ποιητής βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με την εποχή που το έγραψε και προφανώς με τις αναμνήσεις του γράφοντας για χειλάκια  χνουδωτά.
Μάλλον οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις που θα είχε από παλιά θα ήσαν παρόμοιες με αυτές που ζωγράφισε ο Gustave Courbet ,στο περίφημο έργο του  L΄origine du monde  το 1866. 


Τα πράγματα όμως σήμερα έχουν αλλάξει!
Όλα σχεδόν είναι ξυρισμένα!
Έπρεπε  τελικά να ψάξω αρκετά στο ιντερνέτ για να βρω φωτογραφίες με παραμονή έστω λίγου τριχώματος στην περιοχή.

Συνήθως τα ποιήματα σεξουαλικού περιεχομένου γνωστών συγγραφέων και ποιητών έχουν και μια σατιρική χροιά και αυτό είναι χαρακτηριστικό στην Ωδή στην Βαζελίνη του Ηλία Πετρόπουλου ή   στη συλλογή ερωτικών, βλάσφημων ποιημάτων που παρωδούν τους χριστιανικούς ψαλμούς των Aragon και  Peret.
Λίγοι, όπως ο Κουράκης , τα δημοσιεύουν με το όνομα τους, ενώ άλλοι, όπως ο Σεφέρης προτιμούν να τα δημοσιεύσουν χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο ή τέλος όπως εδώ ο Βάρναλης τα γράφουν για να διαβαστούν σε ένα περιορισμένο φιλικό τους περιβάλλον.


ΠΡΟΣΘΗΚΗ 6-9-2015
Στο σημερινό του ποστ ο ακαταπόνητος στην έρευνα φιλολογικών θεμάτων Ν.Σαραντάκος  μας προσφέρει ένα πιθανώς αθησαύριστο  χρονογράφημα του Βάρναλη δημοσιευμένο στην Πρωία της 26 Οκτωβρίου 1941 με τίτλο  Ο Αντρίκος όπου και υπάρχει  η αρχική καταγραφή της Μπαλάντας, ενώ επίσης δημοσιεύει και την παρακάτω φωτογραφία της βάρκας του Αντρέα.


Επίσης μας παραπέμπει σε  ένα εμπεριστατωμένο άρθρο του Γ. Μπόγρη από όπου παραθέτω το παρακάτω απόσπασμα:
Η γυναικεία συντροφιά της βάρκας που περιγράφεται στο ποίημα αποτελούνταν από υπαρκτά πρόσωπα, νεαρές κοπέλες, που ξεχώριζαν για την ομορφιά και την κοινωνική τους θέση στο νησί. «Η Κατερίνα κι η Ζωή / τ’ Αντιγονάκι κι η Ζηνοβία / Ω, τι χαρούμενη ζωή / Χτυπάς, φτωχή καρδιά, με βία»: τραγουδά η δεύτερη στροφή από το ποίημα. Η Κατερίνα (Κατίνα στην καθημερινή) και τ’ Αντιγονάκι (Αντιγόνη) είναι οι δύο αδελφές της Ιφιγένειας, το γένος Ζέρβα, συζύγου του πασίγνωστου παλιού Αιγινήτη γιατρού, του Ξυδέα
Η Ζωή ήταν η Ζωή Γιαννούλη, αδελφή του δικηγόρου Τάκη Γιαννούλη. Και, τέλος, η Ζηνοβία, η διασημότερη όλων, ήταν κόρη του Γιάγκου Μπήτρου, μεγάλου ξυλέμπορου της εποχής, και θεία της καλής φίλης Μαίρης Γαλάνη-Κρητικού, που είχε την καλοσύνη να μου δώσει τις πολύτιμες αυτές πληροφορίες. Αξίζει να σταθούμε λίγο στη Ζηνοβία, γιατί πράγματι φαίνεται ότι ήταν μια γυναίκα ξεχωριστή και πολύ προχωρημένη για τα ήθη της εποχής. Έχοντας οικονομική άνεση, ήταν η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που αγόρασε και οδήγησε αυτοκίνητο, έπαιζε δημοσίως χαρτιά και κάποια εποχή μετέτρεψε το μαγαζί του πατέρα της σε κινηματογράφο. Τα φορέματά της τα έφερναν στην Αίγινα υπάλληλοι του Τσούχλου, πολυτελούς οίκου νεωτερισμών της εποχής στην Αθήνα. Διηγούνται ότι ήταν πολύ χειραφετημένη, κατήργησε από μόνη της τις ξεχωριστές πλαζ, δημιουργώντας μπαιν-μιξτ, αφού δεν δίσταζε να κολυμπά ακόμη και μέσα στο λιμάνι, συμπαρασύροντας και άλλες γυναίκες, αλλά και άντρες. Υπαρκτό πρόσωπο ήταν και ο βαρκάρης της συντροφιάς, ο καμπούρης Αντρέας, ο Αντρίκος. Πρόκειται για τον Ανδρέα Γελαδάκη, γνωστό με το παρατσούκλι «Τσουκλανίδας». -


3 σχόλια:

  1. εισαι μερακλης σε παραδεχομαι

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. το τριχωμα στο εφηβαιο παιζει καποιο ρολο η ειναι εξελικτικο καταλοιπο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γενικά η τριχοφυΐα στο σώμα μας έχει ως σκοπό να το προστατεύει από την απώλεια θερμότητας.
      Ειδικά στο εφηβαίο και τα γεννητικά όργανα τα προστατεύει από τα ξένα σωματίδια όπως η σκόνη άλλα και από τα βακτηρίδια και τους ιούς, συμβάλλοντας έτσι και στην προστασία, σε ένα βαθμό, από τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.
      Επίσης προστατεύει το δέρμα από ερεθισμούς που μπορούν να προκληθούν από την τριβή είτε στην σεξουαλική επαφή είτε από τα εσώρουχα.

      Διαγραφή